υπέργομος

-ον, ΜΑ
παραφορτωμένος, φορτωμένος περισσότερο από το κανονικό (α. «ἂν μή τις ὑπέργομον ποιήσῃ τὸ πορθμεῑον», Στράβ.
β. «μόδιος ὑπέργομος», Επιφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ-* + γόμος «φορτίο» (< γέμω), πρβλ. κατά-γομος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὑπέργομος — overladen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέργομον — ὑπέργομος overladen masc/fem acc sg ὑπέργομος overladen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.